Μαμή, -η, μαμμή

Μαμή, -η, μαμμή, (γιαγιά), αρχ. μάμμη = πρόσωπο ρυτιδιασμένο ως της γριάς, το οποίο δεν συνάδει με την ηλικία του.
Τα παλαιά χρόνια στην επαρχία, λόγω έλλειψης ιατρών και μαιών, κάποιες γυναίκες, (συνήθως μεγάλης ηλικίας), που είχαν πρακτική εμπειρία, ασκούσαν το “επάγγελμα”, της μαμής, (συνήθως από αγάπη για το συνάνθρωπο), χωρίς αμοιβή.
Γυναίκες οι οποίες είχαν σχέση και εμπειρία σχετικά με τα θέματα σύλληψης, εγκυμοσύνης και τοκετού, (ενδεχομένως να παρείχαν και γιατροσόφια – μαντζούνια, για το σχετικό θέμα).
Κυρίως παραστεκόταν στην εγκυμονούσα κατά τον τοκετό, (ενίοται ότι τα παλαιά χρόνια γεννούσαν με φυσιολογικό τοκετό), και παρείχε τις πρώτες σχετικές φροντίδες, στο νεογέννητο, αλλά και στη μητέρα που γεννούσε.
Ήταν κάτι αντίστοιχο με την σημερινή μαία και όχι μόνο.