Βουνιές ή σβουνιές ή βουϊδιές

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Βουνιές, Παναγίτσα Τρικάλων

Αρχικά στις πρωτόγονες & μετέπειτα στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν όλους τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους προκειμένου να επιβιώσουν και ο καθημερινός τρόπος παραγωγικής διαδικασίας, αποτελούσε καθοριστικό ρόλο για την επιβίωση, αλλά και την κοινωνική θέση της οικογένειας.

Έναν τέτοιου είδους φυσικό πόρο, διαθέσιμο και μάλιστα δωρεάν, αποτελούσαν και οι «βουνιές ή σβουνιές ή βουϊδιές», (βοϊδιά-βόιδι-βόδι = άλλη ονομασία των αγελάδων), δηλαδή τα ξερά περιττώματα, (η κοπριά), των αγελάδων. Πολύτιμο υποπροϊόν της κτηνοτροφίας, όπου είχε και έχει πολλές και διάφορες χρήσεις.

Πέρα λοιπόν από το λίπασμα, όπου και σήμερα υπάρχει η ίδια χρήση, υπήρχαν και υπάρχουν σε κάποια μέρη ή για συγκεκριμένους σκοπούς , διάφορες χρήσεις όπως: (βλέπε, χρήσεις)

(η βουνιά φτιαχνόταν ως εξής):

Κατ΄αρχάς, όλο το χρόνο φρόντιζαν τα ζώα, (όπου συνήθως κάθε οικογένεια, θα είχε 1-2 αγελάδες, 1 άλογο, 1-2 αρνάκια, 1-2 γουρούνια, κότες, κουνέλια), και μέσα στη διαδικασία της φροντίδας,  υπήρχε και η καθαριότητα του χώρου, (στάβλου κ.λπ.), όπου στάβλιζαν τα ζώα, φτυάριζαν λοιπόν τα περιττώματα και τα συγκέντρωναν σε ειδικό χώρο, (την σωρό την ονόμαζαν κοπριά), σε κάποια άκρη του οικοπέδου του σπιτιού, το οποίο συνήθως ήταν μεγάλο και θα είχε έκταση περίπου ένα στρέμμα.

Όπως συγκέντρωναν λοιπόν την κοπριά, αυτή έπαιρνε ύψος και σχήμα σαν βουνό, (όπως άλλωστε και τα περιττώματα της αγελάδας, όταν εξέρχονται και πέφτουν στο έδαφος, λαμβάνουν ανάλογο σχήμα),  και από εδώ ίσως να προήλθε και η ονομασία βουνιά.

Όταν λοιπόν συγκεντρώνονταν αρκετή ποσότητα από τα περιττώματα των αγελάδων, (όλο το χειμώνα και δεν τα ανακάτευαν με άλλων ζώων), την άνοιξη συνήθως όταν έπιανε η ζέστη, τότε με τις τσάπες, (οι οικείοι ή με τη συνδρομή συγγενών ή φίλων), παρασκεύαζαν το υλικό ανακατεύοντας τα κόπρανα με κάποια ποσότητα άχυρου, ίσως  να έριχναν και λίγο νερό,  μέχρι να είναι εύπλαστο. Από αυτό το υλικό κατασκεύαζαν-σχημάτιζαν-έπλαθαν στρογγυλά κομμάτια, σε σχήμα μεγάλης πιατέλας και ύψος περίπου 3-5 πόντων και τα κολλούσαν στους τοίχους των στάβλων ή των αποθηκών-αχυρώνων, (πετώντας αυτά  με μικρή σχετικά δύναμη), ή τα τοποθετούσαν σε στέγες, οι οποίες ήταν σκεπασμένες με τσίγκους, ώστε με τον καιρό να ξεραθούν, από τη ζέστη του ήλιου και έτσι αυτό το θερμαντικό προϊόν το ονόμαζαν, βουνιά ή σβουνιά ή βουϊδιά.

Εκτός από αυτές που κολλούσαν στον τοίχο, υπήρχαν και οι μεγάλες βουνιές, ίσως διπλάσιες ή τριπλάσιες σε μέγεθος από τις προαναφερθείσες, τις οποίες δεν κολλούσαν στους τοίχους, αλλά τις έφτιαχναν και τις άφηναν επί του εδάφους, (πάνω σε χόρτα), και όταν ξεραίνονταν τις χρησιμοποιούσαν ως θερμαντικό μέσο για διάφορες χρήσεις, κυρίως ως θερμαντικό μέσο σε πυροστιά και γάστρα ή στο τζάκι για μαγείρεμα ή θέρμανση πολυμελών οικογενειών.

Στην πορεία, εκτός από την οργανωμένη διαδικασία παρασκευής-κατασκευής, έφτιαχναν βουνιές οποτεδήποτε τους δίνονταν η ευκαιρία, π.χ. όταν μετέβαιναν στα χωράφια τους για οποιοδήποτε λόγο ή θα πήγαιναν με το κάρο το οποίο έσερναν οι αγελάδες και πίσω τους έσερναν και άλλα ζωντανά, (ή σε νεώτερη εποχή έσερναν το κάρο άλογα/ο, οπότε πίσω σέρνανε τα υπόλοιπα ζωντανά), ή πηγαίνοντας με τα πόδια θα έπαιρναν μαζί τους τα ζωντανά, για να τα δέσουν ή να τα κλείσουν σε περιφραγμένο χωράφι ή κήπο, ώστε να βοσκήσουν. Συνήθεια δε ήταν, (ή το έκαναν και εσκεμμένα ή από ανάγκη), να παίρνουν και τα παιδιά μαζί τους, οι γονείς ή οι παππούδες, οπότε αυτά χάριν παιχνιδιού και επικουρικά, γέμιζαν τους κουβάδες με τα κόπρανα των ζωντανών και οι μεγάλοι  έπλαθαν τις βουνιές και τις έβαζαν στην άκρη του χωραφιού για να ξεραθούν.

Η παρασκευή-κατασκευή των βουνιών κυρίως ήταν γυναικεία υπόθεση και με τη συνδρομή των παιδιών, αλλά αρκετές φορές συνεισέφεραν και οι άνδρες.

Υπήρχαν δε και οι έτοιμες βουνιές, τις οποίες έβρισκαν σε ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους, όπου έδεναν τα ζωντανά για να βοσκήσουν, (οι οποίες μπορεί να ήταν ολόκληρες ή σπασμένες και λέγονταν, «τρίμματα»). Τέτοιοι δημόσιοι χώροι ήταν τα λεγόμενα «τσαΐρια», (είναι τα λιβάδια, τα βοσκοτόπια, οι κοινοτικές ακαλλιέργητες εκτάσεις, συνήθως κοντά στο χωριό, στον κάμπο ή στους πρόποδες των βουνών, όπου υπήρχε φυσική χαμηλή βλάστηση και πηγαία ή τρεχούμενα νερά, όπου διέσχιζαν αυτές/ά και προέρχεται δε από το Τουρκικό, (çayir, ίδια σημασία)), αλλά και σε σταλούς ή αγελαδαριές (Σουφλί), (κατά τόπους διαφέρουν οι ονομασίες τους), όπου όπως προείπαμε υπήρχε φυσική τροφή και πηγαία ή τρεχούμενα νερά, για να τρώνε και να ξεδιψάν τα ζώα, [ενίοτε και οι άνθρωποι έπιναν νερό από την άκρη, (του χώρου),  όπου ανάβλυζε η πηγή], έδεναν δε αυτά κατάλληλα, συνήθως από το πρωί με την αυγή και τα έπαιρναν πριν το σούρουπο, (σε καθημερινή βάση), όσο ο καιρός το επέτρεπε. Το χειμώνα τα συντηρούσαν με έτοιμη τροφή στους στάβλους.

Όταν τελικά θα είχαν ξεραθεί και ήταν έτοιμες για χρήση, τις αποθήκευαν σε κάποιο χώρο εσωτερικό ή εξωτερικό και τις σκέπαζαν για προστασία, κυρίως λόγω καιρικών συνθηκών.

Ορισμένοι λαογράφοι έχουν ασχοληθεί και αναφερθεί στο συγκεκριμένο θέμα, όπως οι: (βλέπε, λαογραφικές αναφορές)

Χρήσεις των περιττωμάτων των αγελάδων

  1. Για θέρμανση, (τζάκι-μπουχαρής-καμινάδα πλίθινα, μαγειρειό)
  2. Για μαγείρεμα, (πυροστιά, κατσαρόλα, γάστρα κ.λπ.)
  3. Για λίπασμα, (στα χωράφια, κήπους, λουλούδια, δέντρα)
  4. Για εντομοαπωθητικό, (ο καπνός, είτε ατομικά, είτε για όλο το χωριό ή για την οικογένεια, καίγανε κοπριές των ζώων και κοιμόταν στο πλάι για αποτροπή μόλυνσης, π.χ. από ελονοσία)
  5. Για προσάναμμα, (τζάκι, σόμπα, γάστρα, κ.λπ.)
  6. Για αιμοστατικό ή επούλωση πληγών, τραυμάτων
  7. Για την καροποιία, (θέρμανση μεταλλικών τμημάτων-καμίνια με φυσερό)
  8. Για την σιδηρουργία, (θέρμανση μετάλλων-καμίνια με φυσερό)
  9. Για την μελισσοκομία, (τρύγος-φροντίδα, καπνός-φυσερό)
  10. Για την μελισσοκομία, (κυψέλες-κοφίνια-κρινιά-«κνάκια»-«λυγιά» ή λυγαριά, επάλειψη με μείγμα από χώμα και κόπρανα αγελάδας-σφιχτό και αδιαπέραστο υλικό)
  11. Για την κατοικία, (παλάμιζαν τις επιφάνειες-πατώματα (δάπεδα)-τοίχους με μείγμα από κοκκινόχωμα και  κόπρανα αγελάδας- σφιχτό και αδιαπέραστο υλικό)
  12. Κτίσιμο – τοιχοποιία, (ανακάτευαν για την κατασκευή της λάσπης, χώμα-άχυρο-γελαδοβουνιά)

Ορισμένοι λαογράφοι έχουν ασχοληθεί και αναφερθεί στο συγκεκριμένο θέμα, όπως οι:

  1. Ηλίας Πετρόπουλος στο, (Ταντούρι και το Μαγκάλι, Νεφέλη, 1994, σελ: 24, κ.ε.), γράφει πως η κάφτρα του τσιγάρου αναπτύσσει θερμοκρασία 700-800 oC, έτσι και οι Κινέζοι μαγειρεύουν με την κατσαρόλα-σκεύος, wok (γουόκ), που έχει σχήμα κονοειδές και με μία βουνιά μπορούν να ψήσουν το φαγητό τους, μέσα σε 3-10 λεπτά. Επίσης τα κοφίνια, (στη παραδοσιακή μελισσοκομία λεγόντουσαν κνάκια, κρινιά, κουβέλια, κιβέρτια), τα άλειφαν με μείγμα χώματος και κοπριάς αγελάδας, (προσέδιδε δε σε αυτό σκληρότητα, αντοχή και προστασία, έναντι μικροοργανισμών, σκουλήκια, μαμούνια, κ.λπ.) και τα χρησιμοποιούσαν για την αποθήκευση σταριού ή αλευριού, (επονομαζόμενο κοτσέλα). Στην Ήπειρο την βουϊδιά τη ονομάζουν «βολιτιά» και στην αρχαία Ελλάδα, «βολίτινον», ονόμαζαν τα κόπρανα του γαϊδάρου,
  2. και «βουλιθισμένα» σημαίνει σκεπασμένα με κόπρανα, Κοίλι Ευβοίας,(Φρυγανιώτης Κώστας).
ad-admin

ad-admin

"ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ" Γνώρισε τον εαυτό σου. "ΕΝ ΟΙΔΑ, ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ" Ένα γνωρίζω, ότι δε γνωρίζω τίποτα. "ΓΗΡΑΣΚΩ ΑΕΙ ΔΙΔΑΣΚΟΜΕΝΟΣ" Όσο ζω μαθαίνω.

Leave a Replay

Share Sosial Media

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email

Follow Us

Leave a Replay

YouTube