Καροποιός

Καροποιός, ο μάστορας που επισκεύαζε τα κάρα = βοϊδάμαξες, σούστες, κάρα = δίτροχες ή τετράτροχες κατασκευές, τις οποίες έσερναν τα βοοειδή, τα γαϊδουράκια, τα μουλάρια ή τα άλογα. Ο καροποιός έπρεπε να έχει ειδικές γνώσεις ξυλουργού και σιδηρουργού, για να κατασκευάζει ή να επισκευάζει τα κάρα, διότι έφεραν ξύλινα και...

Μαμή, (-η), ή μαμμή

Μαμή, -η, μαμμή, (γιαγιά), αρχ. μάμμη = πρόσωπο ρυτιδιασμένο ως της γριάς, το οποίο δεν συνάδει με την ηλικία του. Τα παλαιά χρόνια στην επαρχία, λόγω έλλειψης ιατρών και μαιών, κάποιες γυναίκες, (συνήθως μεγάλης ηλικίας), που είχαν πρακτική εμπειρία, ασκούσαν το "επάγγελμα", της μαμής, (συνήθως από αγάπη για το συνάνθρωπο),...