Ο Δράκοντας, η Βασιλοπούλα & ο Άη-Γιώργης

[Η Παράδοση θέλει το Άγιο Γεώργιο “Τροπαιοφόρο”, λόγω των κατορθωμάτων του, όπως περιγράφουν οι πολλές και θαυμάσιες διηγήσεις. Σημαντικότερο όλων είναι αυτό του φόνου του δράκοντα και της σωτηρίας της βασιλοπούλας.

Λέγεται ότι κοντά στην πόλη υπήρχε ένας δράκοντας, ο οποίος άρπαζε ζώα ή ανθρώπους και τους έτρωγε. Οι κάτοικοι πανικόβλητοι απέφευγαν να περνάνε από εκεί.

Κάποτε επιχείρησε ο βασιλιάς με το στρατό του να σκοτώσει το θηρίο, αλλά απέτυχε. Έτσι λοιπόν οι κάτοικοι ρώτησαν το βασιλιά για την αποτυχία και αυτός τους απάντησε, σύμφωνα με τη συμβουλή που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, ως εξής: 

“Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε πολλές φορές να φονεύσουμε το θηρίο, αλλά δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν σύμφωνα με εντολή τους, πρέπει ο καθένας να στέλνει το παιδί του για να το τρώει ο δράκοντας, ακόμη και εγώ θα στείλω τη μοναδική μου κόρη, όταν έλθει η σειρά της“.

Ο λαός μη μπορώντας και διαφορετικά υπάκουσε στη διαταγή του βασιλιά και με θρήνους και δάκρυα έστελναν τα παιδιά τους να καταβροχθίζονται από τον δράκο. Όταν λοιπόν ήρθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά, τραγικές σκηνές εκτυλίχθηκαν με το βασιλιά να χτυπά το στήθος του, το πρόσωπό του, να τραβά τα γένια του και να λέει:

“Αλλοίμονο σε εμένα τον ταλαίπωρο !!! Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατο παιδί μου; Τον χωρισμό μας ή τον ξαφνικό σου θάνατο που πρόκειται να δω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμο που σε λίγο θα νοιώσεις καθώς θα σε κατασπαράζει το άγριο θηρίο; Αλίμονο, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και περίμενα την ώρα θα εόρταζα τους χαρούμενους γάμους σου. Που θα βρω πια παρηγοριά και πως θα ζήσω μακρυά σου; Τι τι θέλω τη ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;“.

Αυτά έλεγε απαρηγόρητος ο βασιλιάς. Έπειτα γυρίζοντας προς το πλήθος είπε:

“Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητάω να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε και ακόμη τη βασιλεία μου, αλλά κάνετε μία χάρη. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλιώς αφήστε με και εμένα να πάω μαζί της“.

Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε τη διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τόσο οικτρό τέλος. Έτσι όλοι με μία φωνή του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοστεί και στο παιδί του η διαταγή του. Μη μπορώντας να κάνει και διαφορετικά, ο βασιλιάς τη συνόδεψε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την φιλούσε κλαίγοντας, την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στη λίμνη. Πράγματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν.

Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που κάθονταν κοντά στη λίμνη και περίμενε το θηρίο για να την κατασπαράξει.

Εκείνο τον καιρό, όταν ο Γεώργιος ήταν στις στρατιωτικές του δόξες, επέστρεφε από την Καππαδοκία, όπου είχε εκστρατεύσει μαζί με τον Διοκλητιανό. “Κατ΄οικονομία Θεού”, πέρασε από τη λίμνη και βλέποντας το νερό θέλησε να ποτίσει το άλογό του και να ξεκουραστεί και ο ίδιος. Βλέπει την κόρη να κλαίει ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμο. Την πλησίασε και τη ρώτησε για αυτό και γιατί ο λαός την παρακολουθεί μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του εξιστορήσει τα όσα επρόκειτο να συμβούν και του είπε να ιππεύσει και να φύγει όσο το δυνατόν συντομότερα, γιατί κινδύνευε να χάσει τη ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος. Ο Άγιος επέμενε να μάθει και αυτή του είπε:

“Είναι μακρά η αφήγηση, κύριέ μου, και δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνο σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγεις τώρα αμέσως, για να μην θανατωθείς μαζί μου άδικα“. Ο Άγιος της είπε:

“Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στο Θεό που πιστεύω εγώ, ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατον, αλλιώς θ’ αποθάνω μαζί σου“. Τότε η κόρη στέναξε πικρά και διηγήθηκε στον Άγιο τα όσα συνέβησαν, αφού άκουσε ο Άγιος τα γεγονότα ερώτησε την κόρη:

“Ο πατέρας σου, η μητέρα σου και ο λαός σε ποιόν Θεό πιστεύουν;“. Εκείνη αποκρίθηκε:

“Πιστεύουν στον Ηρακλή και στη μεγάλη Θεά Άρτεμη“. Ο Άγιος τότε της είπε:

“Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε να κλαις. Μόνο πίστεψε στο Χριστό που πιστεύω και εγώ και θα δεις την δύναμιν του Θεού μου“. Η βασιλοπούλα απάντησε στον Άγιο:

“Πιστεύω κύριέ μου, μ’ όλη μου την ψυχή και μ΄όλη μου την καρδιά“. Ο Άγιος συνέχισε:

“Έχε θάρρος στο Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα, διότι ο Χριστός πρόκειται να καταλύσει την δύναμιν του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμη θα διώξουν το φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις δεις το θηρίο να έρχεται, φώναξέ με“. Τότε ο Άγιος γονυπετής, ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και προσευχήθηκε λέγοντας:

Ο Θεός ο Μέγας και Δυνατός, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ και επιβλέπων αβύσσους, ο ων ευλογητός και διαμένων εις τους αιώνας, Συ γνωρίζεις τας καρδίας ότι είναι μάταιες. Συ Φιλάνθρωπε Δέσποτα, ο των προ αιωνίων θαυμασίων Θεός, τον οποίον ούτε έννοια ημπορεί να συλλάβει ούτε λόγος να ερμηνεύσει επίβλεψον και τώρα επ’ εμέ τον ταπεινόν και φανέρωσέ μου τα ελέη σου. Υπόταξε υπό τους πόδας μου το πονηρόν αυτό θηρίον, για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και είσαι Συ ο μόνος Θεός και εκτός από εσένα άλλος δεν υπάρχει“. Τότε ηκούσθει φωνή από τον ουρανό η οποία έλεγε:

“Εισηκούσθη η δέησίς σου, Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θ’άμαι πάντοτε μαζί σου“. Μόλις τελείωσε την προσευχή ο Άγιος φάνηκε το θηρίο. Όταν το είδε η κόρη φώναξε:

“Αλίμονό μου κύριέ μου. Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξει“. Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήσει το θηρίο. Ήταν φοβερό και τρομερό, έβγαζε φωτιά από τα μάτια και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιο, ώστε παρουσίαζε θέαμα φοβερό. Αμέσως ο Άγιος έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και είπε:

“Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρη μου που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό, για να πιστέψει ο λαός στο όνομά Σου το Άγιο“. Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκος με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του ίππου του Αγίου και ενώ κυλιόταν, εβρυχάτο. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα αυτό ένοιωσε μεγάλη χαρά και ο Άγιος της είπε:

“Βγάλε τη ζώνη σου και δέσε μ’ αυτήν τον δράκοντα από το λαιμό“. Τότε αμέσως η κόρη άφοβα έβγαλε τη ζώνη της και έδεσε τον δράκοντα και ευχαριστούσε τον Άγιο που την γλύτωσε από το βέβαιο θάνατο. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογό του είπε στη βασιλοπούλα:

“Σύρε τον δράκοντα με τη ζώνη σου μέχρι την πόλη“. Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενο συμβάν, ετράπησαν σε φυγή. Ο Άγιος Γεώργιος τους φώναξε:

“Μη φοβείσθε, σταθείτε και θα δείτε την δόξα του Θεού και την σωτηρία σας“.  Τότε σταμάτησαν όλοι απορημένοι και περίμεναν να δουν τι θα τους δείξει. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον αληθινό Θεό και αυτοί δέχθηκαν με χαρά. Αφού σήκωσε το χέρι του κτύπησε με το ακόντιο το δράκοντα και σκότωσε το φοβερό τέρας. Έπειτα πήρε από το χέρι την βασιλοπούλα και την παρέδωσε στο βασιλιά. Όλοι ένιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού γονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθο Θεό, επειδή τους απελευθέρωσε από το θηρίο και έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.

Ο Άγιος Γεώργιος κάλεσε από κάποια πόλη της Αντιοχείας τον Επίσκοπο Αλέξανδρο και βάπτισε το βασιλιά και τους άρχοντες και όλο το λαό. Μέσα σε 15 ημέρες βάπτισε 45 χιλιάδες. αφού βαπτίστηκαν και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανό, έκτισαν μία μεγάλη εκκλησία, επ’ ονόματι του τρισυπόστατου Θεού. Ο Άγιος πήγε να τη δει, μπήκε στο Άγιο Βήμα και προσευχήθηκε, τότε βγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίστηκε ευωδία στο Ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι και σήμερα.]