Ασκός, Αγγείο, Δερμάτι, Τουλούμι, Τομάρι, Τομαράκι

Ασκός, αγγείο, δερμάτι , τουλούμι, τομάρι, τομαράκι = ίδια έννοια –διαφορετική ονομασία = συνήθως δέρματα κατσικιών, (αίγας ή τράγου, ειδικά κατεργασμένα και ραμμένα), γιατί ήταν τα ποιο ανθεκτικά και τα ποιο μεγάλα, αλλά και αρνιών ή προβάτων, τα οποία κατά τόπους προορίζονταν για διαφορετικές χρήσεις, όπως: α) για δοχεία – μέσα μεταφοράς υγρών, (π.χ. λάδι, κρασί), β) για δοχεία – μέσα μεταφοράς ή συντήρησης τυριών, (π.χ. τουλουμοτύρι, ξυνοτύρι, μυζήθρα = ούρδα), γ) για κατασκευή μουσικών οργάνων, (π.χ. αγγείο στον Πόντο, τσαμπούνα στα νησιά, γκάιντα στη βόρεια Ελλάδα).
Τις προβιές των ζώων, γενικώς τις επεξεργάζονται, όταν είναι φρέσκιες, αλατίζουν αυτές για να συντηρηθούν και ανάλογα τη χρήση που θέλουν, τις προωθούν για περαιτέρω κατεργασία.
Τα δερμάτια τα κατασκεύαζαν – έραβαν ειδικοί τεχνίτες, οι ασκοράφτες. Αφού έβγαζαν τις τρίχες της προβιάς, πρόσεχαν να μην έχει τρύπες, γύριζαν αυτή ανάποδα. Το εξωτερικό μέρος της γινόταν εσωτερικό, οι τρύπες από τα μπροστινά πόδια του ζώου φρόντιζαν να είναι προς τα επάνω και οι τρύπες των πίσω ποδιών και η  κοιλιά του, προς τα κάτω.
Αυτό το κάτω τμήμα της προβιάς, το φέρνανε με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξαφανιστούν  τα τμήματα των πίσω ποδιών του ζώου και να ραφτεί, με ειδικό τρόπο, (διπλογύριζαν το δέρμα), ώστε να μπορεί να συγκρατεί υγρά, να είναι στεγανό.
Το πάνω τμήμα της προβιάς και δει αυτό που αντιστοιχούσε στα εμπρός πόδια του ζώου, το γύριζαν και το έδεναν, (εκτός από τις περιπτώσεις, που προορίζονταν για να πίνουν νερό, το φλασκί, όπου στο ένα πόδι δένανε, ένα ξύλινο σωληνάκι). Το τμήμα που αντιστοιχούσε στο λαιμό του ζώου, έμεινε ανοικτό, για να μπορεί να τοποθετηθεί το χωνί και έτσι να γεμίζει το ασκί με διάφορα υγρά ή στερεά και στην περίπτωσή μας με λάδι, όπου στη συνέχεια μεταφερόταν από το ελαιοτριβείο, στο σπίτι του κάθε νοικοκύρη. Από το ένα μπροστινό πόδι, σταθερά δεμένο, υπήρχε ένα στριφτό, γερό σχοινί, το «τσιγώνι», όπου με αυτό έδεναν το λαιμό, μετά το γέμισμα του δερματιού.
Μετά το άδειασμα του λαδιού, ο νοικοκύρης, αφού τα φούσκωνε λίγο, κρεμούσε τα ασκιά ανάποδα, στερεώνοντάς τα από πρόκες,  που ήταν καρφωμένες στα δοκάρια του ταβανιού. Από κάτω τοποθετούσαν καθαρά δοχεία για να μαζέψουν το λάδι που στράγγιζε. Αφού περνούσε αρκετή ώρα, ώστε να στραγγίσουν τα δερμάτια, τα μάζευαν οι αγωγιάτες και επέστρεφαν στο ελαιοτριβείο. Εδώ τελείωνε και η διαδικασία της μεταφοράς  του λαδιού, από το ελαιοτριβείο, προς το σπίτι του αντίστοιχου, παραγωγού-νοικοκύρη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.