Λάδι, (Αποθήκευση, «κιούπια»)

Μετά το ελαιοτριβείο, οι αγωγιάτες, (οι άνθρωποι που τελούσαν σε συνεργασία με το ελαιοτριβείο), πήγαιναν το λάδι , μέσα σε «ασκούς», «δερμάτια», «τουλούμια»  = ασκοί δερμάτινοι, (συνήθως δέρμα κατσίκας = αίγας ή τράγου), στο σπίτι του κάθε νοικοκύρη.

Το αποθηκευτικό μέσο ήταν τα, «κιούπια» = μεγάλα πιθάρια, χωριτικότητας 300 – 400 οκ., των οποίων ο αριθμός ήταν ανάλογος με την παραγόμενη προς αποθήκευση ποσότητα, η οποία σε γενικές γραμμές εξαρτάτο, από τον αριθμό των δέντρων που διέθετε ο κάθε παραγωγός ή σε τελική ανάλυση ήταν τόσα, όσα ήταν αναγκαία για να αποθηκευθεί το παραγόμενο λάδι και να  περάσει τη χρονιά η οικογένεια, αλλά και κατά τι παραπάνω, για ασφάλεια σε περίπτωση κακοχρονιάς, όπου δεν θα είχε παραγωγή ή δεν θα ήταν η αναμενόμενη.  Όσοι είχαν μεγάλη παραγωγή, διέθεταν και τις ανάλογες υποδομές αποθήκευσης  του λαδιού, για κατοπινή πώλησή του.

Τα κιούπια τα είχαν σε αποθήκη και αν ήταν περισσότερα από ένα, αυτή η συστοιχία, ονομάζονταν, «στοίβα».

Για να υποδεχθούν τη νέα παραγωγή, το καινούργιο λάδι, έπρεπε νωρίτερα να έχουν προετοιμάσει τα «κιούπια». Όσα εξ αυτών είχαν αδειάσει, από το λάδι,  τα καθάριζαν για να είναι έτοιμα, ώστε να τοποθετήσουν την καινούργια παραγωγή.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για την καθαριότητα αυτών, ήταν τα: α) ζεστό νερό, β) «αλουσιά», γ) κονταρόξυλο, δ) «σακούλες του καφέ, τζίβαινες, βαμπακερές, μαλακά,  αλλά ανθεκτικά πράγματα, να αντέχουν στην πίεση και να μαζεύουν τα υπολείμματα του λαδιού», ε) πάνες.

Η διαδικασία καθαρισμού, ήταν η ακόλουθη: Ζεσταίναν νερό και αφού το έριχναν μέσα στο κιούπι, έριχναν και λίγο αλουσιά, την οποία είχαν σε δοχεία. Την αλουσιά την αποθήκευαν σε δοχεία, την εποχή που γινόταν η παρασκευή του σαπουνιού.  Ήταν  νερό με σόδα, το οποίο κατά την παραπάνω διαδικασία θα πεταγόταν ως απόβλητο.

Ζεστό νερό και αλουσιά, αφήνονταν μέσα στο κιούπι και το σκέπαζαν ερμητικά, ώστε να μαλακώσουν τα λάδια. Μετά με το στυλιάρι – κονταρόξυλο, αφού είχαν δέσει πρώτα μπροστά τα πανιά που αναφέραμε, καθάριζαν τα κιούπια. Όταν τελικά καθάριζε το κιούπι, τότε το ξέπλεναν πολλές φορές με ζεστό νερό, ώστε να μην μείνει ίχνος υπολείμματος, λαδιού. Στη συνέχεια τα άφηναν ξεσκέπαστα, για να στεγνώσουν τελείως. Εντός τους, τοποθετούσαν ένα ξύλο, το οποίο προεξείχε από το κιούπι και σκοπό είχε, αν τυχόν έπεφτε κάποιος ποντικός μέσα, να μπορεί να βγει πάλι και να μην «ψοφήσει μέσα στο κιούπι και το βρωμίσει». Αφού στέγνωναν τελείως, τα έκλειναν καλά και ήταν έτοιμα μέχρι να έλθει ή ώρα, όπου θα υποδέχονταν την νέα παραγωγή και  θα γέμιζαν ξανά με λάδι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.